αυγό

Μεταφράσεις

αυγό

egghuevoяйцоالبيضjajkoяйцеביצהไข่ (a'vɣo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το κέλυφος με έμβρυο ζώου αυγά κότας
2. το περιεχόμενο του αυγού που τρώμε αυγό σφιχτό
3. που έχει το σχήμα αυγού σοκολατένιο αυγό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close