αυτονομία

Μεταφράσεις

αυτονομία

autonomyautonomíaautonomieautonomiaавтономияحُكْم ذاتِيّautonomieselvstyreAutonomieautonomiaautonomija自治国家자치권autonomieselvstyreautonomiaautonomiasjälvstyreการปกครองตนเองözerklikquyền tự trị自治автономия自治אוטונומיה (aftono'mia)
ουσιαστικό θηλυκό
ανεξαρτησία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close