αυτονόητος

(προωθήθηκε από αυτονόητη)
Μεταφράσεις

αυτονόητος

(afto'noitos) αρσενικό

αυτονόητη

(afto'noiti) θηλυκό

αυτονόητο

obviousobvioواضحoczywiste明显明顯indlysendeilmeinenברור (afto'noito) ουδέτερο
επίθετο
προφανής αυτονόητη εξήγηση
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close