αφρώδης

(προωθήθηκε από αφρώδες)
Μεταφράσεις

αφρώδης

(a'froðis) αρσενικό-θηλυκό

αφρώδες

frothy, carbonated, fizzyفَوَّارšumivýkulsyreholdigsprudelndcon gasporeilevapétillantpjenušaveffervescenteシューシュー泡立つ거품이는bruisendbrusendemusującycom gás, gasosoгазированныйbrusandeออกเสียงฟู่köpüklücó ga多气的 (a'froðes) ουδέτερο
επίθετο
που σχηματίζει αφρό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close