αχηβάδα

Μεταφράσεις

αχηβάδα

(açi'vaða)
ουσιαστικό θηλυκό
είδος όστρακου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close