αχώριστος

(προωθήθηκε από αχώριστο)
Μεταφράσεις

αχώριστος

(a'xoristos)

αχώριστη

(a'xoristi)

αχώριστο

(a'xoristo)
επίθετο
που είναι σχεδόν πάντα μαζί δύο αχώριστοι φίλοι
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close