αόρατος

(προωθήθηκε από αόρατο)
Μεταφράσεις

αόρατος

(a'oratos) αρσενικό

αόρατη

(a'orati) θηλυκό

αόρατο

invisibleinvisibleخَفِيٌّneviditelnýusynligunsichtbarinvisiblenäkymätönnevidljivinvisibile目に見えない보이지 않는onzichtbaarusynligniewidzialnyinvisívelневидимыйosynligมองไม่เห็นgörünmezvô hình无形的בלתי נראה (a'orato) ουδέτερο
επίθετο
που δε φαίνεται
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close