β

Μεταφράσεις

β

b (v)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
βήτα, το δεύτερο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close