βάναυσος

(προωθήθηκε από βάναυση)
Μεταφράσεις

βάναυσος

(́'vanafsos) αρσενικό

βάναυση

('vanafsi) θηλυκό

βάναυσο

vulgar, abusiveفاحِشhrubýbrutalbeleidigendinsultanteloukkaavainjurieuxpogrdaningiurioso人を罵倒する욕설을 퍼붓는grofstøtendeobelżywyabusivoоскорбительныйsmädligดูถูกküfürlü, ağzı bozuknhục mạ侵犯性的 ('vanafso) ουδέτερο
επίθετο
σκληρός βάναυση συμπεριφορά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close