βάρβαρος

(προωθήθηκε από βάρβαρη)
Μεταφράσεις

βάρβαρος

('varvaros) αρσενικό

βάρβαρη

('varvari) θηλυκό

βάρβαρο

('varvaro) ουδέτερο
επίθετο
πάρα πολύ σκληρός βάρβαροι τρόποι

βάρβαρος

αρσενικό

βάρβαρη

savage, atrocious, barbarian, barbarous, uncivilizedbarbare, sauvagebárbaroBarbarzyńca野蛮人野蠻人Barbarברברים야만인 θηλυκό
ουσιαστικό
άγριος, με βάρβαρους τρόπους
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close