βάρδια

Μεταφράσεις

βάρδια

shift, watch ('varðja)
ουσιαστικό θηλυκό
1. oμάδα εργαζομένων που διαδέχεται κπ άλλη νυχτερινή βάρδια
2. περίοδος εργασίας εκτός συνηθισμένου ωραρίου έχω βάρδια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close