βάψιμο

Μεταφράσεις

βάψιμο

pinturapeinturepintura ('vapsimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. ενέργεια, αποτέλεσμα του βάφω το βάψιμο του σπιτιού
2. μακιγιάζ διακριτικό βάψιμο
3. χρωματισμός μαλλιών το βάψιμο των μαλλιών
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close