βέβαιος

(προωθήθηκε από βέβαιο)
Μεταφράσεις

βέβαιος

('veveos) αρσενικό

βέβαιη

('vevei) θηλυκό

βέβαιο

certain, sureمُتَأَكِدjistýsikkersichersegurovarmasûrsiguransicuro確信して확실한zekersikkerpewnycertoуверенныйsäkerแน่ใจeminchắc chắn确定的בטוח ('veveo) ουδέτερο
επίθετο
σίγουρος βέβαιη επιτυχία βέβαιος θάνατος
είναι σίγουρο πως
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close