βέτο

Μεταφράσεις

βέτο

vetovetoحَقُّ النَّقْصvetovetoVetovetoveto-oikeusvetoveto拒否権거부권vetovetowetovetoветоvetoอำนาจในการยับยั้งvetoquyền phủ quyết否决, 否决权вето否決權וטו ('veto)
ουσιαστικό ουδέτερο inv
άρνηση σε κοινή απόφαση προβάλλω ασκώ βέτο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close