βαμβάκι

Μεταφράσεις

βαμβάκι

cottoncotonbabacBaumwolle, Baumwollstoffхлопок, хлопковая нитьقُطْنbavlnabomuld, bomuldstrådalgodón, hiloompelulanka, puuvillapamukcotone, filo di cotone糸, 綿면, 목화katoenbomullbawełnaalgodãobomull, bomullstrådผ้าฝ้าย, ฝ้าย ผ้าฝ้ายpamukbông, vải cotton棉花, 棉线памук棉花כותנה (vam'vaci)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. φυτική ύλη φυτείες βαμβακιού
2. φυσική ίνα με την οποία γίνονται τα μακό ρούχα μπλούζα 100% βαμβάκι
3. προϊόν για φαρμακευτική χρήση βαμβάκι βουτηγμένο στο οινόπνευμα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close