βασικά

Μεταφράσεις

βασικά

basicallyأَسَاسِيّاًv podstatědybest setim Grundebásicamente, fundamentalmentepohjimmiltaanen faitu osnovifondamentalmente基本的に기본적으로in principeegentligzasadniczobasicamenteв основномi grund och bottenโดยพื้นฐานaslındavề cơ bản基本上 (vasi'ka)
επίρρημα
1. κυρίως, κατά κύριο λόγο Ασχολούμαι βασικά με το σπίτι.
2. στην πραγματικότητα Βασικά, έχεις δίκιο.
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close