βασιλεύω

Μεταφράσεις

βασιλεύω

reign, ruleregi, reĝirégner (vasi'levo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κυβερνώ ως βασιλιάς Ο Λουδοβίκος ΧV βασίλευσε στη Γαλλία.
2. επικρατώ Βασιλεύει σιωπή.
3. (για τον ήλιο) δύω O ήλιος δύει νωρίς το χειμώνα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close