βιβλιογραφικός

(προωθήθηκε από βιβλιογραφικό)
Μεταφράσεις

βιβλιογραφικός

(vivlioɣrafi'kos) αρσενικό

βιβλιογραφική

(vivlioɣrafi'ci) θηλυκό

βιβλιογραφικό

bibliographiquebibliographischebibliografischebibliográficasببليوغرافية书目書目bibliografickéביבליוגרפיים書誌 (vivlioɣrafi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με βιβλιογραφία
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close