βιομηχανικός

Μεταφράσεις

βιομηχανικός

(viomixani'kos) αρσενικό

βιομηχανική

(vjomixani'ci) θηλυκό

βιομηχανικό

industrialصِنَاعِيٌّprůmyslovýindustrielindustriellindustrialteollisuus-industrielindustrijskiindustriale産業の산업의industrieelindustriellprzemysłowyindustrialпромышленный, индустриальныйindustriellเกี่ยวกับอุตสาหกรรมendüstriyelthuộc công nghiệp工业的, 工业промишлени工業 (vjomixani'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τη βιομηχανία βιομηχανικό προϊόν η βιομηχανική παραγωγή
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close