βιοτεχνία

Μεταφράσεις

βιοτεχνία

(viote'xnia)
ουσιαστικό θηλυκό
επιχείρηση που απασχολεί έως πενήντα εργάτες
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close