βλέφαρο

Μεταφράσεις

βλέφαρο

eyelid, blepharonpaupièrepalpebrapálpebraвекоجَفْنvíčkoøjenlågAugenlidpárpadosilmäluomikapakまぶた눈꺼풀ooglidøyelokkpowiekaögonlockเปลือกตาgöz kapağımí mắt眼皮 ('vlefaro)
ουσιαστικό ουδέτερο
επιδερμίδα που καλύπτει τα μάτια ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close