βλαβερός

(προωθήθηκε από βλαβερή)
Μεταφράσεις

βλαβερός

(vlave'ros) αρσενικό

βλαβερή

(vlave'ri) θηλυκό

βλαβερό

harmfuldommageableвредныйnocivosnociviprejudiciaisالضارة有害有害skadeligeמזיקים (vlave'ro) ουδέτερο
επίθετο
επιβλαβής βλαβερός για την υγεία προϊόν βλαβερό για το περιβάλλον
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close