βοηθητικός

(προωθήθηκε από βοηθητικό)
Μεταφράσεις

βοηθητικός

(voiθiti'kos) αρσενικό

βοηθητική

(voiθiti'ci) θηλυκό

βοηθητικό

ancillary, auxiliaryausiliarihulpمساعدةспомагателниpomocnéעזר補助보조 (voiθiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που παρέχει βοήθεια ή δεν έχει πρωτεύοντα ρόλο βοηθητικό προσωπικό
2. που σχηματίζουν επιπλέον χρόνους τα βοηθητικά ρήματα 'είμαι' και 'έχω'
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close