βουρκώνω

Μεταφράσεις

βουρκώνω

(vur'kono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ετοιμάζομαι να δακρύσω
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close