βρίζω

Μεταφράσεις

βρίζω

('vrizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προσβάλλω κπ με λόγια Με έβρισε μπροστά σε όλους.

βρίζω

insulterabuse, vituperate
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
λέω άσχημα λόγια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close