βρομάω

Μεταφράσεις

βρομάω

(vro'mao)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
μυρίζω άσχημα Βρομάει εδώ.

βρομάω

يَنْتِـنُsmrdětstinkestinkenstinkapestarlemutapuersmrditipuzzare悪臭を放つ악취가 나다stinkenstinkeśmierdziećcheirar mal, federвонятьstinkaส่งกลิ่นเหม็นleş gibi kokmakcó mùi khó chịu发臭
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
Τα ρούχα βρομάνε τσιγάρο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close