βρομερός

Μεταφράσεις

βρομερός

(vrome'ros)

βρομερή

(vrome'ri)

βρομερό

(vrome'ro)
επίθετο
1. αυτός που βρωμάει βρoμερή αναπνοή
2. που είναι πολύ βρόμικος βρoμερά ρούχα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close