βόσκω

Μεταφράσεις

βόσκω

('vosko)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
φυλάω ένα κοπάδι βόσκω τις κατσίκες

βόσκω

browse, graze
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
(για ζώα) τρώω χόρτα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close