γ

(προωθήθηκε από γ)
Μεταφράσεις

γ

g (ɣ)
ουσιαστικό άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο) ουδέτερο
γάμα ή γάμμα, το τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφαβήτου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close