γέρικος

(προωθήθηκε από γέρικο)
Μεταφράσεις

γέρικος

('ʝerikos) αρσενικό

γέρικη

('ʝeriki) θηλυκό

γέρικο

oldvieux ('ʝeriko) θηλυκό
πολύ μεγάλης ηλικίας γέρικο δέντρο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close