γήινος

(προωθήθηκε από γήινο)
Μεταφράσεις

γήινος

('ʝiinos) αρσενικό

γήινη

('ʝiini) θηλυκό

γήινο

Terrienearthlyالأرضземляне ('ʝiino) ουδέτερο
επίθετο
1. της γης γήινα όντα η γήινη επιφάνεια
2. χρώματα φυσικά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close