γδύνω

Μεταφράσεις

γδύνω

undress, stripيَنْزِعُ الثِّيابsvléci (se)klæde sig afentkleidendesvestirriisuutuase déshabillersvući sespogliarsi服を脱ぐ옷을 벗다uitkledenkle avrozebraćdespir-seраздеватьklä av sigถอดเสื้อผ้าsoyunmakcởi quần áo脱衣服 ('ɣðino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ξεντύνω γδύνω το μωρό
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close