γελαστός

Μεταφράσεις

γελαστός

(ʝela'stos)

γελαστή

(ʝela'sti)

γελαστό

(ʝela'sto)
επίθετο
χαρούμενος γελαστός άνθρωπος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close