γενική

Μεταφράσεις

γενική

genitive, genitive casegenitivogénitifGenitiv, WesfallgeneralegeralOgólne一般一般כללי一般的な일반 (ʝeni'ci)
ουσιαστικό θηλυκό
γραμματική μία από τις πτώσεις των ονομάτων
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close