γενικεύομαι

Μεταφράσεις

γενικεύομαι

(ʝeni'cevome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
διευρύνω Το κακό γενικεύτηκε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close