γέροντας

(προωθήθηκε από γερόντισσα)
Μεταφράσεις

γέροντας

('ʝerondas) αρσενικό

γερόντισσα

old manvieillard (je'rondisa) θηλυκό
ουσιαστικό
γέρος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close