γιαγιά

(προωθήθηκε από γιαγιάδες)
Μεταφράσεις

γιαγιά

Großmuttergrandmother, gran, grandma, grannyavinoabuelagrand-mèrenagyanyanonnaお祖母さん, 祖母할머니aviagrootmoeder, omababka, babciaбабушкабабусяavóجَدَّةbabičkabedstemorisoäitibakabestemorfarmorย่า ยายbüyükanne祖母Баба祖母סבתא (ja'ja)
ουσιαστικό θηλυκό πληθυντικός γιαγιάδες (ja'jaðes)
η μητέρα της μητέρας ή του πατέρα μου
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close