γκάρισμα

Μεταφράσεις

γκάρισμα

('garizma)
ουσιαστικό ουδέτερο
ο ήχος που βγάζει ο γάιδαρος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close