γκρίζος

(προωθήθηκε από γκρίζα)
Μεταφράσεις

γκρίζος

('grizos) αρσενικό

γκρίζα

('griza) θηλυκό

γκρίζο

graugrey, grizzly, graygrisgrisgrigioсерыйرَمَاديّšedýgråharmaasiv灰色の회색의grijsgråszarycinzentogråสีเทาgrixám灰色的 ('grizo) ουδέτερο
επίθετο
μεταξύ μαύρου και άσπρου έχω γκρίζα μαλλιά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close