γλυπτό

Μεταφράσεις

γλυπτό

sculptureesculturasculpturesculturaesculturaفَنُّ النَحْتsochaskulpturSkulpturkuvanveistoskulptura彫刻조각술beeldhouwwerkskulpturrzeźbaскульптураskulpturการแกะสลักheykeltác phẩm điêu khắc雕塑скулптура雕塑פיסול (ɣli'pto)
ουσιαστικό ουδέτερο
έργο τέχνης φτιαγμένο από γλύπτη
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close