γνήσιος

(προωθήθηκε από γνήσιο)
Μεταφράσεις

γνήσιος

('ɣnisios) αρσενικό

γνήσια

('ɣnisia) θηλυκό

γνήσιο

genuine, authentic, originalauthentique, véritableистый, настоящийأَصْلِيّpravýægteechtgenuinoaitonepatvorengenuino本物の진짜의echtautentiskprawdziwygenuínoäktaจริงgerçekthực真实的, 正版истински正版אמיתי ('ɣnisiο) ουδέτερο
επίθετο
1. πρωτότυπος, που δεν είναι αντίγραφο γνήσιο έργο
2. αληθινός, πραγματικός γνήσιος αθηναίος
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close