γνώριμος

(προωθήθηκε από γνώριμο)
Μεταφράσεις

γνώριμος

('ɣnorimos) αρσενικό

γνώριμη

('ɣnorimi) θηλυκό

γνώριμο

bekanntfamiliar ('ɣnorimo) ουδέτερο
επίθετο
οικείος, ακουστός γνώριμο πρόσωπο γνώριμη μυρωδιά
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close