γουρλώνω

Μεταφράσεις

γουρλώνω

(ɣur'lono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
τα ανοίγω υπερβολικά από τρόμο ή έκπληξη
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close