γυναικείος

Μεταφράσεις

γυναικείος

(ʝine'cios) αρσενικό

γυναικεία

(ʝine'cia) θηλυκό

γυναικείο

feminine, womanlyfemeninofémininمُؤَنَّثženskýfemininfemininnaisellinenženskifemminile女らしい여자다운vrouwelijkfemininkobiecyfemininoженскийfemininเกี่ยวกับเพศหญิงkadınsınữ tính女性的женски (ʝine'cio) ουδέτερο
επίθετο
1. που αφορά γυναίκες γυναικεία μυστικά γυναικεία ρούχα
κίνημα για τα δικαιώματα της γυναίκας
2. που χαρακτηρίζει τις γυναίκες έχω γυναικείο περπάτημα
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close