γύψινος

Μεταφράσεις

γύψινος

('ʝipsinos) αρσενικό

γύψινη

('ʝipsini) θηλυκό

γύψινο

('ʝipsino) ουδέτερο
επίθετο
που είναι από γύψο
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close