δίδυμος

(προωθήθηκε από δίδυμη)
Μεταφράσεις

δίδυμος

('ðiðimos) αρσενικό

δίδυμη

('ðiðimi) θηλυκό

δίδυμο

Zwillingtwinjumeaugemellogêmeo, gémeoблизанацçift, ikizتَوْأَمdvojčetvillinggemelokaksonenblizanci双子쌍둥이tweelingtvillingbliźniakблизнецtvillingคู่แฝดcon sinh đôi孪生子 ('ðiðimo) ουδέτερο
επίθετο
1. γεννημένος την ίδια στιγμή με τον αδερφό ή την αδερφήτουτης Απέκτησαν δίδυμα.
2. ζώδιο Είμαι Δίδυμος.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close