δίκυκλο

Μεταφράσεις

δίκυκλο

motociclettaオートバイ오토바이 ('ðiciklo)
ουσιαστικό ουδέτερο
μέσο μεταφοράς με δύο ρόδες
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close