δίπλωμα

Μεταφράσεις

δίπλωμα

('ðiploma)
ουσιαστικό ουδέτερο
έγγραφο τέλους σπουδών ή εκμάθησης δίπλωμα πανεπιστημίου δίπλωμα αυτοκινήτου

δίπλωμα

diploma, folding, degreediplômediplomaدِبْلُوماdiplomdiplomDiplomdiplomadiplomidiplomadiploma免状졸업장diplomadiplomdyplomдипломdiplomประกาศนียบัตรdiplomavăn bằng文凭Диплома文憑
ουσιαστικό ουδέτερο
τσάκισμα σε δυο ή περισσότερα μέρη το δίπλωμα των σεντονιών
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close