δίσεκτος

(προωθήθηκε από δίσεκτο)
Μεταφράσεις

δίσεκτος

('ðisektos) αρσενικό

δίσεκτη

('ðisekti) θηλυκό

δίσεκτο

('ðisektο) ουδέτερο
επίθετο
1. χρονιά με 336 ημέρες αντί 335
2. μεταφορικά δύσκολος δίσεκτα χρόνια
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close