δαγκωνιά

Μεταφράσεις

δαγκωνιά

(ðaŋgo'ɲa)
ουσιαστικό θηλυκό
η πράξη όταν δαγκώνω
Kernerman English Multilingual Dictionary © 2006-2013 K Dictionaries Ltd.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close